Σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων διαπιστώνονται στην έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την Τουρκία

Απρ 14 Written by 

Σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία, διαπιστώνει η φετινή έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα και αφορά το 2015. Η έκθεση είναι από τις μακροσκελέστερες (74 σελίδες), και παραθέτει πολλά περιστατικά παραβιάσεων της ελευθερίας του Τύπου, διώξεων κατά μελών του κινήματος Γκιουλέν και κουρδικών οργανώσεων.



Χαρακτηρίζει τις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου «γενικά ελεύθερες και δίκαιες», και τις επαναληπτικές του Νοεμβρίου «γενικά ελεύθερες». Σημειώνει, ωστόσο, τη διαπίστωση των παρατηρητών ότι «ένα "προκλητικό περιβάλλον ασφάλειας” και επιθέσεις σε κομματικά στελέχη και στελέχη προεκλογικών εκστρατειών, σε ορισμένες περιπτώσεις, «παρεμπόδισαν τη δυνατότητα ελεύθερου προεκλογικού αγώνα».

Οι παρατηρητές, επίσης, εξέφρασαν ανησυχία ότι «οι περιορισμοί των μέσων ενημέρωσης κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, μείωσαν την πρόσβαση των ψηφοφόρων σε πλουραλισμό απόψεων και πληροφοριών».

Στην έκθεση σημειώνεται ότι στο δεύτερο εξάμηνο του έτους η τρομοκρατική οργάνωση των Κούρδων ΡΚΚ επανέλαβε τις συγκρούσεις με τις κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας, έπειτα από διετή εκεχειρία, στην οποία τα εμπλεκόμενα μέρη συμμετείχαν σε ειρηνευτική διαδικασία.

«Οι τουρκικές αρχές απέδωσαν την κατάρρευση σε σειρά βίαιων χτυπημάτων του ΡΚΚ εναντίον δυνάμεων ασφαλείας, που ξεκίνησε από το φόνο δύο αστυνομικών από μαχητές του ΡΚΚ στην πόλη Sanliurfa. Ενώ το ΡΚΚ επέρριψε ευθύνη στο τουρκικό κράτος για βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας, που σκότωσε 33 σοσιαλιστές ακτιβιστές στη μεθοριακή πόλη Suruc», αναφέρεται.

Στην έκθεση περιγράφονται διάφορες επιθέσεις του ΡΚΚ κατά στρατιωτικών εγκαταστάσεων, και η απάντηση των τουρκικών δυνάμεων με βομβαρδισμό κουρδικών περιοχών στην Τουρκία, αλλά και εντός του Ιράκ. «Κατά τη διάρκεια συγκρούσεων με μαχητές του ΡΚΚ σε αστικές περιοχές, η Κυβέρνηση επέβαλε περιοδικά απαγόρευση της κυκλοφορίας, που ορισμένες φορές διήρκεσαν για εβδομάδες, για να διευκολύνει τις διαδικασίες ασφαλείας. Δεκάδες άμαχοι σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν», αναφέρεται.
 
Στα σημαντικότερα προβλήματα της κατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η έκθεση παραθέτει, πρώτον, τις κυβερνητικές παρεμβάσεις στην ελευθερία της έκφρασης, δεύτερον, την ατιμωρησία και την ασθενική απονομή της δικαιοσύνης και τρίτον, την ανεπαρκή προστασία των αμάχων.
 
Για το πρώτο γράφει ότι «πολλαπλές διατάξεις της νομοθεσίας δημιούργησαν ευκαιρία για την Κυβέρνηση να περιορίσει την ελευθερία της έκφρασης του Τύπου και του διαδικτύου. Η κυβερνητική πίεση στα μέσα ενημέρωσης συνεχίστηκε. Από τις αρχές Νοεμβρίου, συνελήφθησαν περίπου 30 δημοσιογράφοι, οι περισσότεροι κατηγορούμενοι βάσει αντιτρομοκρατικών νόμων ή για  υποτιθέμενη σύνδεση με παράνομη οργάνωση».

Παραθέτει τις επεμβάσεις των αρχών ασφαλείας στις εγκαταστάσεις ΜΜΕ, τις κατασχέσεις εκδόσεων με υποτιθέμενο απαγορευμένο περιεχόμενο, ποινικές έρευνες σε βάρος δημοσιογράφων και διευθυντών για φερόμενες διασυνδέσεις με την τρομοκρατία ή για προσβολή του Προέδρου και άλλων ανώτερων αξιωματούχων της Κυβέρνησης. Επίσης αντίποινα εναντίον επιχειρηματικών συμφερόντων των ιδιοκτητών ορισμένων ομίλων μέσων ενημέρωσης, επιβολή προστίμων και μπλοκάρισμα του διαδικτύου.
 
«Τουλάχιστον ένας δημοσιογράφος χτυπήθηκε και τραυματίστηκε μετά από απειλές φιλοκυβερνητικού βουλευτή. Η αυτολογοκρισία ήταν συνηθισμένο φαινόμενο μέσα στην επικρατούσα ατμόσφαιρα φόβου, ότι επικρίνοντας την κυβέρνηση θα μπορούσες να υποστείς αντίποινα. Πίεση σε μέσα ενημέρωσης κουρδικής γλώσσας και της αντιπολίτευσης, στη νοτιοανατολική Τουρκία, μείωσαν την πρόσβαση των ευάλωτων πληθυσμών σε ενημέρωση σχετικά με τη σύγκρουση με το PKK».
 
Αναφέρει ότι αριθμός μέσων ενημέρωσης συνδεδεμένων με τον Φετουλάχ Γκιουλέν απομακρύνθηκαν από ψηφιακές πλατφόρμες και παρόχους καλωδιακής τηλεόρασης, ενώ πέντε ΜΜΕ τέθηκαν υπό τη διοίκηση διορισθέντος από την κυβέρνηση συμβουλίου. Την ίδια στιγμή, εμποδίστηκε η πρόσβαση σε επίσημες εκδηλώσεις σε αντιπροσώπους μέσων προσκείμενων στον Γκιουλέν και φιλελευθέρων ΜΜΕ, και σε κάθε περίπτωση τους αρνήθηκαν τη διαπίστευση.
 
Σε σχέση με τα προβλήματα στη δικαιοσύνη, σημειώνει ότι παρέμειναν τα προβλήματα με την ασυνεπή εφαρμογή του νόμου και την υπερβολικά ευρεία εφαρμογή των αντιτρομοκρατικών νόμων.

«Τα ευρεία περιθώρια που χορηγούνται σε εισαγγελείς και δικαστές συνέβαλαν σε πολιτικές έρευνες και δικαστικές αποφάσεις που δεν ήταν σύμφωνες με το νόμο ή με αποφάσεις που λήφθηκαν σε παρόμοιες περιπτώσεις», προστίθεται.

Η έκθεση σημειώνει ότι οι αρχές εφάρμοσαν εκτενώς τους ευρείς αντιτρομοκρατικούς νόμους με ελάχιστη διαφάνεια, για συλλήψεις μελών πολιτικών κομμάτων της αντιπολίτευσης και ατόμων που κατηγορήθηκαν για διασύνδεση με το ΡΚΚ ή το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν.
 
«Οι αρχές συνέχισαν να προβαίνουν σε αυθαίρετες συλλήψεις, κρατήσεις κρατουμένων για μακρές και επ’ αόριστο περιόδους και να διεξάγουν εκτεταμένες δίκες. Η Κυβέρνηση παρέπεμψε επίσης σε δίκη έξι δικαστές και εισαγγελείς που εμπλέκονται στις έρευνες σε βάρος των καταγγελλομένων για διαφθορά υψηλόβαθμων κυβερνητικών αξιωματούχων, μια κίνηση που ερμηνεύεται ως προσπάθεια από την εκτελεστική εξουσία για να εκφοβίσει τα μέλη του δικαστικού σώματος».
 
Τέλος, στο ζήτημα της ελλιπούς προστασίας των πολιτών, παραθέτει παραδείγματα περιστατικών σε περιοχές όπου σημειώνονται συγκρούσεις με το ΡΚΚ, με θύματα πολλούς αμάχους κατά τις επιχειρήσεις των τουρκικών δυνάμεων ασφαλείας.
 
Στην έκθεση υπάρχουν παραδείγματα προβλημάτων στα ανθρώπινα δικαιώματα σε πολλούς άλλους τομείς της τουρκικής κοινωνίας, κοινωνικές διακρίσεις, κακομεταχείριση κρατουμένων, υπερπληθυσμό στις φυλακές κλπ.

Ένα από τα παράδοξα, η καταγραφή ως προβλήματος «των αυξανόμενων περιορισμών στα ταξίδια των 2,2 εκατομμυρίων Σύρων προσφύγων», όταν είναι γνωστό πως εκατοντάδες χιλιάδες από αυτούς πέρασαν παρανόμως σε ελληνικά νησιά.
 
Τέλος, η έκθεση σημειώνει ότι άτομα εβραϊκής καταγωγής «συνεχίζουν να εγκαταλείπουν τη χώρα μόνιμα, εξαιτίας του αντι-σημιτισμού. «Σύμφωνα με τον Αρχιραββίνο Κωνσταντινούπολης, ο αριθμός των Εβραίων στη χώρα μειώθηκε φέτος στους 17.000, από 19.500 το 2005».
 
Παρόλα τα οξυμένα προβλήματα στην Τουρκία, παρουσιάζοντας την έκθεση, ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζον Κέρι, απέφυγε να κάνει ειδική μνεία, όπως έκανε για χώρες που δεν είναι σύμμαχοι των ΗΠΑ. Το ίδιο συνέβη και στη σύντομη εισαγωγή που ακολούθησε από τον αρμόδιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα Υφυπουργό Εξωτερικών, Τομ Μαλινόφσκι.

Κληθείς αργότερα, από τον ανταποκριτή της «Χουριέτ», να σχολιάσει την πορεία της Τουρκίας, με δεδομένο ότι η φετινή έκθεση είναι κατά 11 σελίδες μεγαλύτερη, ο κ. Μαλινόφσκι αφού τον κάλεσε να διαβάζει τα λόγια, αντί να μετρά τις σελίδες, παραδέχθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες.
 
«Θα ξεκινήσω με την αναγνώριση των τεράστιων προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Τουρκία αυτή τη στιγμή. Μερικές από αυτές είναι οι συνέπειες του πολέμου στη Συρία. Η Τουρκία φέρει το κύριο βάρος του πολέμου τόσο ή περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα στην περιοχή. Έχει δεχθεί έναν τεράστιο αριθμό προσφύγων από τη Συρία, οι οποίοι δεν οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα προσφύγων, αλλά τους επετράπη να ενταχθούν στη χώρα. Και αυτό είναι κάτι που επικροτούμε. Έχει πληγεί επανειλημμένα από τρομοκρατικές ενέργειες, τρομοκρατικές επιθέσεις που έχουν στοιχίσει τη ζωή αθώων Τούρκων πολιτών», ανέφερε.
 
Ο κ. Μαλινόφσκι είπε πως οι ΗΠΑ έχουν προσπαθήσει να υποστηρίξουν την Τουρκία στην αντιμετώπιση αυτών των τεράστιων προκλήσεων, ενώ την ίδια στιγμή έχουν καταστήσει σαφές στην Κυβέρνηση ότι η ποιότητα της τουρκικής δημοκρατίας έχει σημασία για τους Αμερικανούς, όπως έχει σημασία και για το μέλλον της Τουρκίας.

«Έχουμε εκφράσει ανησυχία, την οποία έχετε ακούσει και από αυτό το βήμα και θα δείτε στην έκθεση μια πολύ έντονη ανησυχία σχετικά με τις διώξεις δημοσιογράφων, ακαδημαϊκών, για τον περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης στην Τουρκία, για τον διορισμό διοικήσεων σε εφημερίδες, όπως η Ζαμάν», ανέφερε.
 
Ο Αμερικανός αξιωματούχος υπενθύμισε ότι οι ΗΠΑ είχαν μιλήσει για παρόμοια προβλήματα όταν ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ήταν στην αντιπολίτευση.
 
«Κατ’ ακρίβεια, όταν μια προηγούμενη τουρκική Κυβέρνηση τον παρέπεμψε σε δίκη, η πρεσβεία των ΗΠΑ έστειλε άτομα να παρακολουθούν τη δίκη του. Αυτό λοιπόν ήταν ένα χαρακτηριστικό της πολιτικής μας έναντι της Τουρκίας για πολλά, πολλά χρόνια και θα συνεχίσει να αποτελεί χαρακτηριστικό της πολιτικής μας έναντι της Τουρκίας», κατέληξε ο κ. Μαλινόφσκι.

Leave a comment

Make sure you enter the (*) required information where indicated. HTML code is not allowed.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ